Πιο σταθερές δόσεις για όσους ρυθμίζουν τα χρέη τους μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού

Σημαντική αλλαγή στον τρόπο αποπληρωμής των ρυθμισμένων οφειλών φέρνει τροπολογία που κατατέθηκε στη Βουλή από τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκο Πιερρακάκη. Εφόσον εγκριθεί, από την 1η Δεκεμβρίου 2026 το επιτόκιο για συγκεκριμένες οφειλές προς τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης θα παραμένει στο 3% σε όλη τη διάρκεια της ρύθμισης.

Η παρέμβαση αφορά τόσο νέες συμφωνίες όσο και υφιστάμενες ρυθμίσεις που πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Δεν καλύπτει αυτομάτως χρέη προς την Εφορία ή τα ασφαλιστικά ταμεία.

Μέχρι σήμερα, το 3% ίσχυε για τρία χρόνια στις οφειλές με εμπράγματες εξασφαλίσεις, ενώ για τα δάνεια χωρίς εξασφαλίσεις εφαρμοζόταν επιτόκιο 4%. Μετά την πρώτη τριετία, το επιτόκιο γινόταν κυμαινόμενο και συνδεόταν με το Euribor. Με βάση τα παραδείγματα της νέας ρύθμισης, θα μπορούσε να φτάσει το 5,17% στα εξασφαλισμένα δάνεια και το 5,67% στα δάνεια χωρίς εξασφαλίσεις. Η διατήρηση του 3% σε όλη την αποπληρωμή αποσκοπεί στο να περιορίσει τέτοιες αυξήσεις και να κάνει τις δόσεις πιο προβλέψιμες.

Ποιους αφορά η νέα ρύθμιση

Στους δυνητικούς δικαιούχους περιλαμβάνονται ευάλωτα νοικοκυριά με τη σχετική βεβαίωση, τα οποία πληρούν συγκεκριμένα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια. Τα εισοδηματικά όρια αρχίζουν από 7.000 ευρώ για ένα άτομο και φτάνουν έως 21.000 ευρώ για μεγαλύτερα νοικοκυριά. Η επιτρεπόμενη αξία ακίνητης περιουσίας κυμαίνεται από 120.000 έως 180.000 ευρώ, ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού.

Η ρύθμιση μπορεί επίσης να καλύψει «επιλέξιμους οφειλέτες», κατηγορία που περιλαμβάνει και νοικοκυριά με υψηλότερα εισοδήματα. Για αυτούς, τα όρια ξεκινούν από 14.000 ευρώ και φτάνουν έως 42.000 ευρώ, ενώ η αξία της ακίνητης περιουσίας μπορεί να ανέρχεται έως τις 360.000 ευρώ. Προβλέπονται επίσης όρια για τις καταθέσεις.

Για να χαρακτηριστεί κάποιος επιλέξιμος οφειλέτης, πρέπει να πληροί τις ειδικότερες προϋποθέσεις της τροπολογίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών σε οφειλές προς χρηματοδοτικούς φορείς και συνολικό ύψος οφειλών που δεν υπερβαίνει τις 300.000 ευρώ.

Το πιθανό όφελος στις δόσεις

Το όφελος εξαρτάται από το ποσό, τη διάρκεια και τους όρους κάθε ρύθμισης. Ενδεικτικά, για οφειλή 100.000 ευρώ που αποπληρώνεται σε 20 χρόνια, η μηνιαία δόση με σταθερό επιτόκιο 3% υπολογίζεται σε 554,60 ευρώ.

Με το προηγούμενο καθεστώς, η δόση για οφειλή με εξασφαλίσεις θα μπορούσε, μετά την πρώτη τριετία, να ανέβει στα 653,50 ευρώ με βάση τα σημερινά επιτόκια. Η διαφορά είναι περίπου 99 ευρώ τον μήνα και η ενδεικτική συνολική εξοικονόμηση σε βάθος εικοσαετίας υπολογίζεται σε περίπου 20.200 ευρώ. Για αντίστοιχη οφειλή χωρίς εξασφαλίσεις, το εκτιμώμενο όφελος μπορεί να φτάσει τις 28.600 ευρώ. Οι υπολογισμοί βασίζονται στην παραδοχή ότι τα σημερινά κυμαινόμενα επιτόκια θα παρέμεναν σταθερά, επομένως δεν αποτελούν εγγυημένο αποτέλεσμα για κάθε οφειλέτη.

Η τροπολογία περιλαμβάνει και αυστηρότερο πλαίσιο κυρώσεων για τους servicers. Το ανώτατο διοικητικό πρόστιμο που μπορεί να επιβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος αυξάνεται από 500.000 ευρώ σε 5 εκατ. ευρώ. Οι κυρώσεις αφορούν, μεταξύ άλλων, παραβάσεις στις υποχρεώσεις προς τους δανειολήπτες, πλημμελή εξέταση παραπόνων και ελλείψεις στους εσωτερικούς ελέγχους. Για ορισμένες παραβάσεις κατά τη διαδικασία είσπραξης προβλέπονται επίσης πρόστιμα από 50.000 έως 500.000 ευρώ ανά δανειολήπτη.

Η εφαρμογή των αλλαγών εξαρτάται από την ολοκλήρωση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Αν η τροπολογία ψηφιστεί, το νέο επιτόκιο προβλέπεται να ισχύσει για τις καταβολές από την 1η Δεκεμβρίου 2026, δίνοντας στους δικαιούχους μεγαλύτερη σταθερότητα στον προγραμματισμό των αποπληρωμών τους.

11:24 π.μ.