Στα Γρεβενά η είδηση για την απαλλαγή από τον ΕΝΦΙΑ στις κατοικίες μικρών οικισμών δεν είναι απλώς μία ακόμη φορολογική ρύθμιση. Έχει μια διαφορετική διάσταση, γιατί αφορά έναν νομό που γνωρίζει από πρώτο χέρι τι σημαίνει πληθυσμιακή συρρίκνωση και ερήμωση της υπαίθρου.
Τα Γρεβενά έχουν δεκάδες χωριά. Χωριά που κάποτε είχαν ζωή, οικογένειες, παιδιά, σχολεία, καφενεία και καθημερινή κίνηση. Σήμερα, σε αρκετά από αυτά, οι μόνιμοι κάτοικοι είναι ελάχιστοι. Πολλά σπίτια παραμένουν κλειστά για μεγάλο μέρος του χρόνου και ανοίγουν μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες ή στις γιορτές.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η απαλλαγή από τον ΕΝΦΙΑ για μικρούς οικισμούς, με το ειδικό όριο των 2.200 κατοίκων στη Δυτική Μακεδονία, μπορεί να θεωρηθεί ένα δίκαιο μέτρο. Δεν πρόκειται να γεμίσει τα άδεια σπίτια ούτε να επιστρέψει από μόνο του τους ανθρώπους στα χωριά. Μπορεί όμως να αφαιρέσει ένα μικρό, αλλά υπαρκτό βάρος από ιδιοκτήτες που κρατούν περιουσίες σε περιοχές όπου η αξία τους συχνά δεν ανταποκρίνεται στο κόστος συντήρησής τους.
Και αυτό έχει σημασία. Γιατί όταν ένα σπίτι σε ένα μικρό χωριό παραμένει κατοικήσιμο και δεν εγκαταλείπεται εντελώς, υπάρχει τουλάχιστον η πιθανότητα να ξαναχρησιμοποιηθεί. Από τα παιδιά και τα εγγόνια των σημερινών ιδιοκτητών, από ανθρώπους που θα επιλέξουν κάποια στιγμή να επιστρέψουν ή ακόμη και από νέες οικογένειες.
Φυσικά, ο ΕΝΦΙΑ δεν είναι το βασικό πρόβλημα των Γρεβενών. Το πραγματικό ζητούμενο είναι οι θέσεις εργασίας, οι υποδομές, η πρόσβαση στις υπηρεσίες, η στήριξη της παραγωγής και κυρίως η δημιουργία συνθηκών που θα επιτρέψουν στους νέους ανθρώπους να μείνουν στον τόπο τους.
Η απαλλαγή από έναν φόρο δεν μπορεί να ανατρέψει αυτή την πραγματικότητα. Είναι όμως μια μικρή αναγνώριση μιας μεγάλης δυσκολίας. Και για τα χωριά των Γρεβενών, όπου κάθε μόνιμος κάτοικος μετράει, ακόμη και μια μικρή ανάσα έχει τη δική της αξία.
Μαρία Τσακνάκη