Φορολογικοί έλεγχοι: Πότε η πενταετία γίνεται δεκαετία
Η πενταετής παραγραφή παραμένει ο βασικός κανόνας για τους φορολογικούς ελέγχους, όμως σε συγκεκριμένες περιπτώσεις η Εφορία μπορεί να φτάσει πολύ πιο πίσω, ακόμη και σε βάθος δεκαετίας. Το κρίσιμο στοιχείο είναι εάν έχουν προκύψει πραγματικά νέα δεδομένα που δεν ήταν δυνατό να γνωρίζει ή να εντοπίσει εγκαίρως η Φορολογική Διοίκηση.
Το ζήτημα επανήλθε στο προσκήνιο μετά από απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία αφορούσε υπόθεση πλαστών και εικονικών τιμολογίων. Το ΣτΕ έκρινε ότι στοιχεία που αποκαλύφθηκαν για πρώτη φορά από μεταγενέστερο έλεγχο μπορούσαν να αποτελέσουν «συμπληρωματικά στοιχεία» και να δικαιολογήσουν την εφαρμογή της μεγαλύτερης προθεσμίας παραγραφής.
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία για τις παλιές φορολογικές υποθέσεις, καθώς ξεκαθαρίζει ότι η παρέλευση της πενταετίας δεν σημαίνει σε κάθε περίπτωση ότι μια υπόθεση έχει οριστικά κλείσει.
Πότε ισχύει η πενταετία
Σύμφωνα με το άρθρο 37 του ισχύοντος Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, η Φορολογική Διοίκηση μπορεί κατά κανόνα να κοινοποιήσει πράξη προσδιορισμού φόρου μέσα σε πέντε χρόνια από τη λήξη του έτους κατά το οποίο έληγε η προθεσμία υποβολής της δήλωσης.
Για παράδειγμα, για εισόδημα του 2020, η δήλωση του οποίου υποβλήθηκε το 2021, η κανονική προθεσμία παραγραφής φτάνει, κατά κανόνα, έως το τέλος του 2026.
Δεν αρκεί όμως να έχει ξεκινήσει ο έλεγχος. Για να μην επέλθει παραγραφή, πρέπει να έχει κοινοποιηθεί νόμιμα στον φορολογούμενο η σχετική πράξη προσδιορισμού φόρου μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία.
Πότε μπορεί να φτάσει στα δέκα χρόνια
Η μεγαλύτερη περίοδος ελέγχου συνδέεται με περιπτώσεις στις οποίες προκύπτουν νέα στοιχεία ή πληροφορίες που οδηγούν σε πρόσθετη φορολογική υποχρέωση και δεν ήταν διαθέσιμα στη Φορολογική Διοίκηση κατά τον αρχικό χρόνο ελέγχου.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της απόφασης του ΣτΕ. Δεν αρκεί ένα έγγραφο να έχει ημερομηνία μεταγενέστερη της πενταετίας. Πρέπει το περιεχόμενό του να αποκαλύπτει πραγματικά νέα δεδομένα, τα οποία δεν μπορούσαν αντικειμενικά να είχαν εντοπιστεί νωρίτερα.
Αντίθετα, εάν τα στοιχεία βρίσκονταν ήδη στα αρχεία ή στα ηλεκτρονικά συστήματα της Φορολογικής Διοίκησης και απλώς δεν αξιοποιήθηκαν εγκαίρως, η καθυστέρηση των ελεγκτικών υπηρεσιών δεν αρκεί από μόνη της για να μετατραπεί η πενταετής παραγραφή σε δεκαετή.
Δεν σημαίνει ότι όλες οι παλιές υποθέσεις μένουν ανοιχτές
Η απόφαση δεν καταργεί την πενταετή παραγραφή. Η πενταετία παραμένει ο κανόνας και η μεγαλύτερη προθεσμία αποτελεί εξαίρεση που πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία.
Ο Κώδικας προβλέπει επίσης ειδικές περιπτώσεις παράτασης της προθεσμίας, μεταξύ άλλων όταν μέσα στο πέμπτο έτος προκύψουν συγκεκριμένα νέα στοιχεία ή πληροφορίες από πηγές εκτός της Φορολογικής Διοίκησης, καθώς και σε περιπτώσεις ανταλλαγής πληροφοριών με φορολογικές αρχές του εξωτερικού ή εκκρεμών προσφυγών.
Έτσι, για τον φορολογούμενο το βασικό σημείο είναι ένα: η παρέλευση πέντε ετών δεν αρκεί από μόνη της για να κλείσει κάθε φορολογική υπόθεση. Εάν όμως η Εφορία επικαλεστεί νέα στοιχεία για να επεκτείνει τον χρόνο ελέγχου, αυτά πρέπει πράγματι να είναι νέα και να δικαιολογούν την παράταση.
Διαφορετικό είναι, τέλος, το ζήτημα της παραγραφής της είσπραξης ενός φόρου που έχει ήδη βεβαιωθεί. Άλλοι κανόνες αφορούν το δικαίωμα της Εφορίας να καταλογίσει έναν φόρο και άλλοι το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο μπορεί να διεκδικήσει την εξόφληση ήδη βεβαιωμένης οφειλής.