Ένας ολόκληρος μισθός για ένα ενοίκιο και σπίτια που δεν βρίσκονται!

Πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει ένα νοικοκυριό όταν ο μισθός τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας και το ενοίκιο έχει ήδη καταβροχθίσει το μεγαλύτερο μέρος του; Πώς μπορεί ένας νέος άνθρωπος να ξεκινήσει τη ζωή του, να φύγει από το πατρικό του και να δημιουργήσει οικογένεια, όταν ακόμη και η εύρεση ενός μικρού, αξιοπρεπούς διαμερίσματος έχει μετατραπεί σε καθημερινό αγώνα; Και τελικά, πού θα πάει αυτή η κατάσταση;

Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν είναι πλέον μια δυσάρεστη οικονομική είδηση. Είναι η πραγματικότητα χιλιάδων ανθρώπων που εργάζονται, πληρώνονται και, παρ’ όλα αυτά, δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν ένα σπίτι. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί. Είναι ότι τα διαθέσιμα σπίτια δεν επαρκούν, ενώ τα εισοδήματα δεν ακολουθούν τις αυξήσεις.

Τα στοιχεία της νέας έκθεσης του ΙΟΒΕ είναι αποκαλυπτικά. Τα ελληνικά νοικοκυριά διαθέτουν κατά μέσο όρο το 34,6% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αντίστοιχο ποσοστό είναι 18,9%. Την ίδια ώρα, έξι στους δέκα ενοικιαστές δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για τις στεγαστικές τους ανάγκες.

Με απλά λόγια, για πολλούς εργαζομένους το ενοίκιο αντιστοιχεί σχεδόν σε έναν ολόκληρο μισθό. Και μετά; Ρεύμα, θέρμανση, σούπερ μάρκετ, μετακινήσεις, λογαριασμοί. Οι ανάγκες δεν σταματούν επειδή τελείωσαν τα χρήματα.

Το παράδοξο είναι ότι, ενώ η χώρα διαθέτει μεγάλο αριθμό κενών κατοικιών, η αγορά δεν προσφέρει τα σπίτια που χρειάζονται εκεί όπου υπάρχει πραγματική ζήτηση. Πολλά ακίνητα βρίσκονται σε περιοχές της περιφέρειας με περιορισμένες ευκαιρίες εργασίας, άλλα παραμένουν κλειστά λόγω οφειλών, προβλημάτων ιδιοκτησίας ή ανάγκης ανακαίνισης. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, αντίθετα, η αναζήτηση κατοικίας γίνεται ολοένα δυσκολότερη.

Και μέσα σε όλα αυτά, οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν. Οι νέοι δυσκολεύονται να ανεξαρτητοποιηθούν, οι οικογένειες περιορίζουν άλλες βασικές ανάγκες και οι χαμηλόμισθοι βρίσκονται μπροστά σε ένα αδιέξοδο που δεν λύνεται με ευχές.

Τα επιδόματα και τα προγράμματα στεγαστικών δανείων μπορούν να προσφέρουν βοήθεια. Όταν, όμως, τα διαθέσιμα σπίτια είναι λίγα, υπάρχει ο κίνδυνος ένα μέρος της ενίσχυσης να απορροφηθεί από νέες αυξήσεις στις τιμές.

Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να δοθούν περισσότερα χρήματα στους πολίτες, αλλά να υπάρχουν περισσότερα προσιτά σπίτια. Να ανοίξουν ξανά κλειστές κατοικίες, να αξιοποιηθούν ακίνητα που παραμένουν εγκαταλελειμμένα και να δημιουργηθεί πραγματική κοινωνική στεγαστική πολιτική.

Γιατί το σπίτι δεν είναι πολυτέλεια, ούτε επενδυτικό προϊόν για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράζουν το ένα ακίνητο μετά το άλλο. Είναι βασική ανάγκη.

Και όταν ένας άνθρωπος δουλεύει ολόκληρο τον μήνα για να πληρώσει ένα ενοίκιο, χωρίς να του μένουν χρήματα για να ζήσει, τότε κάτι δεν πηγαίνει καθόλου καλά.

Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει: Πόσο ακόμη θα πληρώνουμε για να έχουμε απλώς ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας;

Μαρία Τσακνάκη