Μπορεί σήμερα η κυβέρνηση να διαψεύδει κάθε συζήτηση για νέα αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, όμως το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας λειτουργεί σαν μια βόμβα με χρονοκαθυστέρηση.
Η Ελλάδα έχει ήδη πληρώσει ακριβά τις ασφαλιστικές αλλαγές της μνημονιακής περιόδου. Τα όρια ηλικίας αυξήθηκαν απότομα, οι πρόωρες συνταξιοδοτήσεις περιορίστηκαν και η εποχή που ένας ασφαλισμένος μπορούσε να αποχωρήσει πολύ νωρίς από την εργασία του μοιάζει πλέον μακρινή.
Σήμερα τα γενικά όρια βρίσκονται στα 62 και τα 67 έτη, από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Το ερώτημα, όμως, είναι τι θα συμβεί τα επόμενα χρόνια, καθώς ο πληθυσμός γερνά, οι γεννήσεις μειώνονται και η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους γίνεται ολοένα δυσμενέστερη.
Η νομοθεσία έχει ήδη συνδέσει την εξέλιξη των ορίων με το προσδόκιμο ζωής. Και εδώ βρίσκεται το σημείο που χρειάζεται προσοχή: αν οι δημογραφικές προβλέψεις επιβεβαιωθούν και οι άνθρωποι ζουν περισσότερα χρόνια, η πίεση για νέα προσαρμογή των ορίων θα μεγαλώσει.
Προς το παρόν, πάντως, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει λόγος για νέα αύξηση, επικαλούμενη τόσο τα ήδη υψηλά όρια όσο και τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
Το πρόβλημα, όμως, δεν εξαφανίζεται επειδή δεν συζητείται.
Η Ευρώπη γερνά και μαζί της γερνά και η Ελλάδα. Το μεγάλο στοίχημα των επόμενων ετών δεν θα είναι μόνο πόσα χρόνια θα δουλεύουμε, αλλά αν το ασφαλιστικό σύστημα θα μπορεί να προσφέρει αξιοπρεπείς συντάξεις στις επόμενες γενιές χωρίς να μεταφέρει συνεχώς το κόστος στους νεότερους.
Γιατί, τελικά, η σύνταξη δεν είναι απλώς ένας αριθμός ηλικίας. Είναι η υπόσχεση ότι μετά από μια ολόκληρη ζωή εργασίας θα υπάρχει ένα ασφαλές αύριο.