Η εικόνα είναι πλέον δύσκολο να αγνοηθεί. Οι νέοι στην Ελλάδα μένουν στο πατρικό τους μέχρι τα 30 και πλέον χρόνια όχι επειδή δεν θέλουν να ανεξαρτητοποιηθούν, αλλά επειδή συχνά δεν μπορούν.
Τα ενοίκια έχουν ξεφύγει από τις δυνατότητες ενός νέου εργαζόμενου, οι τιμές των κατοικιών έχουν αυξηθεί σημαντικά και την ίδια στιγμή οι μισθοί παραμένουν από τους χαμηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όταν ένα μεγάλο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος απαιτείται μόνο για τη στέγαση, η δημιουργία ενός αυτόνομου νοικοκυριού γίνεται σχεδόν αδύνατη.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Δεν μπορεί από τη μία πλευρά να ζητείται από τους νέους να παραμείνουν στη χώρα, να εργαστούν, να κάνουν οικογένεια και να αντιμετωπίσουν το δημογραφικό και από την άλλη να αντιμετωπίζουν μια αγορά κατοικίας και εργασίας που τους αφήνει ελάχιστα περιθώρια.
Η παραμονή στο πατρικό σπίτι δεν είναι λοιπόν κοινωνική ιδιορρυθμία. Είναι οικονομικός δείκτης. Δείχνει ότι ένα σημαντικό κομμάτι της νέας γενιάς δεν έχει ακόμη τη δυνατότητα να αποκτήσει την ανεξαρτησία που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες θεωρείται αυτονόητη σε μικρότερη ηλικία.
Και το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο με επιδόματα ή προσωρινές ενισχύσεις. Χρειάζονται καλύτεροι μισθοί, περισσότερες ποιοτικές θέσεις εργασίας και ουσιαστικές παρεμβάσεις στην αγορά κατοικίας. Χρειάζεται, με απλά λόγια, να μπορεί ένας νέος άνθρωπος να εργάζεται και με τον μισθό του να μπορεί να νοικιάζει ένα σπίτι και να σχεδιάζει τη ζωή του.
Γιατί όσο αυτό δεν συμβαίνει, η «γενιά των 30» θα συνεχίσει να βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παράδοξο: να έχει ενηλικιωθεί εδώ και χρόνια, αλλά να μην έχει ακόμη την οικονομική δυνατότητα να ζήσει ως ανεξάρτητη γενιά.