Η ενεργειακή εικόνα της Δυτικής Μακεδονίας αλλάζει με ταχύ ρυθμό, καθώς η περιοχή που για δεκαετίες αποτέλεσε την «καρδιά» της ηλεκτροπαραγωγής με λιγνίτη εξελίσσεται σε μία από τις σημαντικότερες περιοχές ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη χώρα.
Τα διαθέσιμα στοιχεία αποτυπώνουν το μέγεθος της αλλαγής. Στο δίκτυο μεταφοράς του ΑΔΜΗΕ έχουν δεσμευτεί συνολικά 5.986 MW, εκ των οποίων τα 2.632 MW αφορούν μονάδες που ήδη λειτουργούν, ενώ για ακόμη 3.354 MW έχει χορηγηθεί προσφορά σύνδεσης.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική στα φωτοβολταϊκά. Στη Δυτική Μακεδονία λειτουργούν σήμερα 1.808 φωτοβολταϊκοί σταθμοί, συνολικής ισχύος 2.469,87 MW. Παράλληλα, άλλοι 467 σταθμοί, συνολικής ισχύος 1.679,34 MW, διαθέτουν τις απαιτούμενες προσφορές σύνδεσης και συμβάσεις και βρίσκονται σε αναμονή για την ενεργοποίησή τους.
Μεγάλη είναι και η παρουσία των αιολικών έργων. Σήμερα λειτουργούν 18 σταθμοί συνολικής ισχύος 569,13 MW, ενώ ακόμη 13 έργα, συνολικής ισχύος 577,03 MW, έχουν ολοκληρώσει τις διαδικασίες χωρίς να έχουν τεθεί ακόμη σε λειτουργία.
Το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι η αποθήκευση ενέργειας. Η παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά δεν αρκεί από μόνη της για να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία του ενεργειακού συστήματος. Οι μονάδες αποθήκευσης έρχονται να καλύψουν αυτό το κενό, επιτρέποντας την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας και την απόδοσή της στο δίκτυο όταν χρειάζεται.
Σήμερα λειτουργούν στη Δυτική Μακεδονία μονάδες αποθήκευσης ισχύος 29,8 MW, ενώ ακόμη 319 MWβρίσκονται σε ετοιμότητα για σύνδεση. Με την ολοκλήρωση των νέων έργων, η συνολική ισχύς αποθήκευσης αναμένεται να φτάσει περίπου τα 350 MW.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για μια περιοχή που βρίσκεται στη μέση μιας μεγάλης οικονομικής και παραγωγικής μετάβασης. Η σταδιακή απομάκρυνση από τον λιγνίτη δημιουργεί την ανάγκη για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, με τις ΑΠΕ να αποτελούν πλέον βασικό μέρος του σχεδιασμού.
Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο πόσα μεγαβάτ θα εγκατασταθούν στη Δυτική Μακεδονία. Το κρίσιμο είναι πόσο από το οικονομικό όφελος αυτών των επενδύσεων θα μείνει στην περιοχή.
Οι νέες ενεργειακές υποδομές μπορούν να δημιουργήσουν επενδύσεις, θέσεις εργασίας και δραστηριότητα, αλλά η μετάβαση θα πρέπει να συνδεθεί και με την τοπική οικονομία. Για μια περιοχή που επί δεκαετίες έδωσε ενέργεια σε ολόκληρη τη χώρα, η νέα εποχή δεν μπορεί να περιοριστεί στην εγκατάσταση φωτοβολταϊκών και μπαταριών.
Η Δυτική Μακεδονία διαθέτει πλέον σημαντικό ενεργειακό κεφάλαιο. Το μεγάλο στοίχημα είναι να μετατρέψει την πρωταγωνιστική της θέση στις ΑΠΕ σε πραγματική ανάπτυξη για τις πόλεις και τους κατοίκους της.